ΠΛΗΞΗ

Αλλη μια μέρα που η αίσθηση της στιγμής

Βαφτισμένη από τον επιπολής χρόνο

Περνάει και χάνεται στο αχανές βλέμμα

Που πληγιασμένο καθώς φτάνει το βράδυ

Δηλώνει γράφοντας την αναιτιότητά του.

Οι χαρακτηρισμοί επικαλύπτουν σαν βδέλλες

Την πορφυρή ουσία

που κολυμπάει αμέριμνα στην λίμνη της ανυπαρξίας

καλώντας εραστές ξένων ονείρων.

 

Τα νοήματα φτερουγίζουν μα πυροβολούνται

Από την χαλιναγωγημένη απάθεια

Η αλληλεγγύη ξεπροβάλλει τον ιερό σκοπό της

Μα χάνεται σαν την σιωπή που αυτοκαλείται

Τοσο ανεπαίσθητα, τόσο αερικά σαν να μην υπήρξε ποτέ.

 

Χιλιάδες ουρλιαχτά κραυγάζουν μέσα μου

Συγκαλύπτοντας τον πνιγηρό  λυγμό μου

Οι ανάσες καταφτάνουν βαριά η μία μετά την άλλη

Σαν πολυβασανισμένα κύματα

Που φθαρμένα απ’τα θελήματα της θάλασσας

Αιμορραγούνε στην αυλή της.

μνηστήρες μαζεύτηκαν να δούνε την πληγή της.

 

Τα δένδρα σκοντάφτουν σε αναφιλητά

καθώς τα φύλλα τους κρύψανε τα αστέρια

μα μια πεταλούδα που αγρυπνά

πέφτει και διαμελίζεται σε δύο άσπρα χείλη

δύο κενά παίρνουν φωτιά δημιουργώντας τον κλοιό τους

και οι σκέψεις ενώ καίγονται χορεύουν στον ρυθμό τους .

 

Μαριονέτα άκαμπτη είναι ο ποιητής της πλήξης

Ο όχλος μαζεύεται και τον κοιτά στο θέατρο της θλίψης…

 

DHMHTRHS GEORGAS

WOLFALAIRE

Posted in poems | Σχολιάστε

ΕΝΑΣ ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ

Η πυξίδα στέκει στο τυφλό στέρνο μου
από μύριες κατευθύνσεις χτυπημένη
Η επιβεβλημένη πλήξη ξεραίνει τα άνθη της ζωής
ο κάματος που δεν κυλάει ποτέ δεν τα υγραίνει
και η πυρκαγιά της μοναξιάς να καίει ό,τι ξεραίνει

Και να που μέσα από χρώματα και αισθηματικές φωνές
που μοιάζουν και ηχούν σαν τον πνιγμένο μου λυγμό
μπόρεσα να αντικρίσω την αιμορραγούσα αλήθεια
ξυπόλητη να ξανα χορεύει..

Με μουσική που φέρνει ρίγος στα δεσμά της ελεύθερης καρδιάς
και συνάμα με τους για χρόνια σκλαβωμένους χτύπους της
να σφιχταγκαλιάζουν για πρώτη φορά την μοναξιά μου

Αντανακλάται το φως μέσα στο πηκτό σκοτάδι
ρουφάει δύναμη το έρεβος και το χώμα που το αγκύλωσε στη γη
σκύβει και στοργικά το φιλάει
Έννοιες που τις κατάντησαν αποδημητικά πουλιά επιστρέφουν στην κρύα φωλιά τους
τρομαγμένες απ’ τους «άλλους»
Δικαιοσύνη, αλληλεγγύη, ελπίδα
καθαρά χέρια θερμαίνουν τα αυγά τους
παλάμες που το μόνο που τις λέρωσε είναι το βροχερό το χώμα
σχηματίζουν οι ζωικές γραμμές τους το «εμείς»
κρατούν τον ήλιο και ψάχνουν για αγκαλιά.

Και η εξουσία άπραγη για μια φορά είναι παρατηρητής
η μοναξιά σπάει και μοιράζεται
με ένα κείμενο του Ίψεν
επτά ποιούντες ήθος
μια μελωδία
και έναν πατέρα που σε αντίκρισε σκυφτό και σου ψιθύρισε γλυκά
να σηκωθείς… γιατί τελικά υπάρχει το εμείς…

Μην φύγεις μου είπατε κύριε Στέφανε, μα ήδη ξεπροβάλλουν τα κέρινα φτερά μου
ξεριζώνοντας την διάφανη σάρκα μου και καθημερινά εγώ ο ποιητής και αέναα
παρατηρητής ματώνω να αλλάξω την μορφή μου σκαλίζοντας μάσκες στο πρόσωπο
μου που τόσο με πονούν μα με βοηθούν να κρύβομαι…

 

DHMHTRHS GEORGAS

WOLFALAIRE

Posted in poems | Σχολιάστε

ΓΙΑΤΙ

Οι σκέψεις πριν λίγο διέσωσαν το ταραγμένο μου σώμα
σαν σωστικές λέμβοι που επιπλέουν στο μαύρο ποτάμι της αβύσσου
ξάφνου έσκισαν την παραχαραγμένη σάρκα
ξεριζώνοντας την φαντασία που άλλοτε προσφέρει θαλπωρή
μα τώρα αποπνέει ρίγος σκοτεινό και απόκοσμο.

Το ρεύμα ξερνάει βλοσυρά
παρασύροντας τον δυστυχή άνθρωπο
στην δίνη του.
Οικογενειακές κραυγές σκορπίζουν ισχνά κλαδιά
που οδηγούν στην νοσηρή και κατευναστική ξηρά
αν την παρατηρήσεις ακόμα και στην πιο δύσκολη στιγμή σου
θα δεις το έδαφος να φλέγεται
σκορπίζοντας στάχτες που κυοφορούν μέσα τους νεκρά σκελετωμένα σπαρτά.

Το χάος κραυγάζει διψασμένο σχίζοντας το αχανές στόμα του
αποπνέοντας πελώριες χρωματιστές φούσκες ξενοιασιάς
απεικονίζοντας νέους που η ευημερία ζωγραφίζει την γαλήνη
στα όμορφα πρόσωπα τους
νέους που παίζουν, που χαίρονται, που κρατούν τα χέρια τους ενωμένα
και νέες που αναβλύζουν θαλπωρή και κόκκινη ζωντάνια,
νέους που φωνάζουν, νέους που σιωπούν μα κρυφά μειδιάματα
σαν μάγοι ξετρυπώνουν.

Διάπυρα δάκρυα ξεχύνονται από τη φυλακισμένη ζωή μου
που οδηγεί στο έρεβος.
Πώς να ξεφύγω από εδώ ; Όταν το εδώ είμαι εγώ ;
Το σπασμένο αιχμηρό μολύβι μου καρφώνει με βία τους μαλακούς οίστρους μου
γεμίζοντας το πρόσωπο μου με αίμα
Φωνάζω μα η σιωπή ακλόνητη στο θρόνο της χλευαστικά με κοιτάζει
Γιατί γεννήθηκα με τούτη την κατάρα ;
που την στολίζουν με ματωμένα νυφικά αποκαλώντας την «ευαισθησία»
Θα υπάρχει κάποια ένεση αδράνειας του μυαλού δεν μπορεί
πως γίνεται όλοι γύρω μου να είναι διαφορετικοί
εγώ έχω το πρόβλημα μα δεν ξέρω πώς να γίνω σαν αυτούς
πείτε εσείς κυρία σιωπή ένα τρόπο, κάτι θα έχεις ακούσει παραπάνω
Πόσοι κάτσανε σε τούτη την καρέκλα και σου μιλούσανε μερόνυχτα
με κλειδωμένα παράθυρα και μαύρες κουρτίνες
με μουτζουρωμένους γδαρμένους κίτρινους τοίχους
και με κόκκινα βουβά μάτια έτοιμα να σπάσουν
σε παρατηρούν αποσβολωμένα
προσμένοντας την λύτρωση
αρκεί να
ανοιγοκλείσεις τα μαύρα σου σαρκώδη χείλη.
……………………………………………………………………………….

DHMHTRHS GEORGAS

WOLFALAIRE

Posted in poems | Σχολιάστε

ΑΝΑΣΤΕΝΑΓΜΟΣ

Νεκρική σιγή καλύπτει το ζεύγος ματιών
που άλλοτε δημιουργούσαν σπίθες στην έντονη τριβή τους
δημιουργώντας φλόγες που φουντώνουν τα υγρά σωθικά
και σε κάνουν μειδιάματα κρυφά να φανερώνεις
παρότι σχεδόν από μικρό παιδί βασανιζόσουν διαβάζοντας εξορισμένα ποιήματα.

<span»»»» new=»» times=»»>Αγγίγματα, ψίθυροι, λαχανιάσματα και σάλια
χτυπιούνται στα κρύα κοφτερά βράχια με το θάνατο,
θαρρείς πως γνωρίζουν τον θρίαμβο του έρωτα
γαλάζια δάκρυα ξεχειλίζουν απ τα πέτρινα μάγουλα
που επιστρέφουνε στη θάλασσα
ολοκληρώνοντας τον φαύλο κύκλο της ζωής
φανερώνοντας πως η ανάσα επιβλήθηκε της αβυσσαλέας σιωπής.

<span»»»» new=»» times=»»>Αναστεναγμός βαθύς ξεχύθηκε απ το ραγισμένο μου στέρνο
που λύγισε για να τον κρατήσει
και η φλόγα για μια στιγμή τρεμόπαιξε και χάθηκε στο σκότος
ξάφνου όλα μαράθηκαν ακόμα και η σπάνια παπαρούνα
που με κάματο είχε φυτρώσει στην άγονη καρδιά μου
στάχτες πέταξαν μακριά σαν τα χείλη που εξαφανίστηκαν
στην νήσο των χαμένων φιλιών
καθώς ξεριζωμένα απ το μελτέμι άφησαν τα κόκκινα χνάρια τους στην άμμο.

<span»»»» new=»» times=»»>Βαραίνει η ψυχή που αναίτια τώρα κυλάει στο υγρό χρώμα του κενού
και ο κρυμμένος εαυτός μάσκες αρχίζει να φοράει,
χτυπάει με λαχανιασμένες γροθιές τον τοίχο που έγινε τάφος
δημιουργώντας με το αίμα το αφηρημένο σχέδιο της αιτίας.
ουρλιάζει η καρδιά να αλλάξει σώμα μα
σκίζει τους χτύπους της στους σπασμένους καθρέπτες που αντικατέστησαν τα όργανα
μετά την ξηρασία,
το μυαλό επιπλέει στο βούρκο των σκέψεων
και συσπάται που δεν μπορεί να νοσταλγήσει
ο πόνος χορεύει μαζί με την τρέλα
ψιθυρίζοντας της γλυκά ότι…

Ο έρωτας δεν νίκησε ούτε μπορούσε να νικήσει..
 

DHMHTRHS GEORGAS

 

WOLFALAIRE

Posted in poems | Σχολιάστε

ΑΝΤΙΛΗΨΗ

Ουρλιαχτά εκτροχιασμένου τρένου μπερδεμένα με μητρικές κραυγές απώλειας ξεκολλάνε  τον ανονείρευτο ύπνο μου. Ξυπνάω έντρομος, πατώντας  μανιωδώς το διακόπτη της κρεβατοκάμαρας πάνω απ’το κεφαλάρι. Ποτάμια τρόμου φουσκώνουν από το τυφλό μου μέτωπο. Τα φώτα δεν ανάβουν, στο ταβάνι κόκκινα χνάρια τρεμοπαίζουν σαν πληγωμένα αστέρια στο βαθύ σκοτάδι. Η ανάσα μου τρέχει με σπασμένα φρένα στην επικίνδυνη στροφή που χάραξε το γρανάζι του φόβου. Η νύχτα σβήνει το τελευταίο της τσιγάρο στο ωχρό σώμα της ακρωτηριασμένης σελήνης και εκείνη κραυγάζει πληγωμένη. Ξάφνου πετάγομαι απ’το κρεβάτι, μα όταν έρχομαι σε επαφή με το ξύλινο πάτωμα κολλάω σαν να έπεσα σε κινούμενο βάλτο. Χτύποι ακούγονται μέσα στους τοίχους και ανήσυχα βαδίσματα. Τα γόνατά μου τρέμουν σαν να σέρνω υπερατλαντικό πλοίο στο πειρατικό λιμάνι της συνείδησης. Μυρωδιά καυτού κάρβουνου κατακλύζει τον χώρο, ασθμαίνει η ατμόσφαιρα και το σαλόνι φαίνεται πως τιμωρείται για την μισοξενία του. Ίσως να είναι κρύα φάρσα σαν εκείνη τότε…

Καθόμουν στο τραπεζάκι του μπαλκονιού και διάβαζα ποιήματα που είχε γράψει ένας γέρος λύκος για την άβυσσο. Περιπλανώμενος στο δάσος αυτοκτόνησε καθώς άκουσε απ’το δέντρο της σιωπής ψίθυρους να παίζουνε στο αυτί του… ”η άβυσσος δεν ξέρει να διαβάζει, ούτε θα μάθει και ποτέ…”. Αντάλλαζα κλεφτές ματιές με τη γιαγιά Ευγενία που μένει στο απέναντι σπίτι και έκανα πως μελετάω. Σπινθηροβόλα μάτια σφυρηλατημένα στην φωτιά που γινήκανε πολύτιμα πετράδια. Χάθηκα μέσα τους, ταξίδεψα για λίγο ώσπου… Μπαμ! Μπαμ! Πολύχρωμα πουλιά πετάξανε δένοντας σε κλωστές αιωρούμενα μαύρα τριαντάφυλλα. Τα παλιόπαιδα έσκαγαν στρακαστρούκες ισχυρές σαν νάρκες του πολέμου. Η γριά μου χαμογέλασε αμυδρά πιάνοντας την καρδιά της, θα μου εξομολογηθεί τον έρωτα φαντάστηκα που τόσο λαχταρούσα. Εκκωφαντικές σειρήνες σκίσανε την πιο γλυκιά ηρεμία. Δύο νεαροί την κάλυψαν με το άσπρο σεντόνι που κάποτε σιωπηλά σμίξανε μέσα του εραστές, αναζητώντας την ηδονή της στιγμιαίας ξενοιασιάς. Εξαφανίστηκε σαν καλοκαίρι που χαστουκίστηκε από τη θυμωμένη θάλασσα ζητώντας εξηγήσεις…

Ας είναι όνειρο μέσα σε όνειρο, πρέπει να ξυπνήσω! Χτυπάω τον εαυτό μου όπως με σμίλευε για χρόνια ο πατέρας “Πρέπει να μοιάσεις σε αυτούς! Να ξεφύγεις από δώ!” φώναζε. Εγκλωβισμένος σε τούτο το βούρκο χάνω την ισορροπία μου πέφτοντας με δύναμη στο πάτωμα. Μετά απο λίγο συνήλθα ζαλισμένος. Σιωπή έχει σκεπάσει το σπίτι. Οι τοίχοι δεν μιλάνε τώρα, δεν λένε τίποτα, λαχανιάσματα σιγής μόνο σπάνε τη μονοτονία. Τα φώτα του δωματίου μόλις άναψαν! Στο κρεβάτι μου διακρίνω ένα ομοίωμα σε ανθρώπινα μέτρα κάτω απο τις καφέ ξεθωριασμένες κουβέρτες… Διστακτικά σηκώνω τη σκουριασμένη σάρκα μου υποστηριζόμενος από το κομοδίνο και κατευθύνομαι αργά προς το κρεβάτι. Αρπάζω νωχελικά τα σκεπάσματα μην ταράξω το οτιδήποτε τρύπωσε μέσα στο ίδιο μου το στρώμα. Μελαμψά μαλλιά πυκνά, βλεφαρίδες έντονες κλειστές σαν ακτίνες μαύρου ήλιου, μύτη πλακουτσωτή  γερής κατασκευής, χείλη σε απόχρωση άγουρων κερασιών αναθυμιάζουν γυναικεία αρώματα, στέρνο πλατύ, κοιλιά πετρώδης, θαρραλέα σαν αμόνι που σκληραίνει τις αλήθειες… Μα είδα αρκετά απο αυτόν τον αξιοπρόσεκτο νεαρό… Ποιος είναι; Και πρωτίστως τι δουλειά έχει στο δικό μου κρεβάτι; Αναζητώντας ένδειξη παλμικής ζωής, σκύβω αγχωμένος στο στέρνο του, απόλυτη σιγή. Όμως μια περίεργη οικεία ζεστασιά αναβλύζει από το κορμί του. Δεν μπορεί, για να μπήκε εδώ πρέπει να ήταν ζωντανός, Χριστέ μου μήπως του έκανα εγώ κάτι; Ξαφνικά τα φώτα σβήνουν και οι συριγμοί αυτού του τρελού τρένου αρχίζουν πάλι να ουρλιάζουν ξέφρενα.

Όχι πάλι, κάποια λογική εξήγηση θα υπάρχει γι’αυτά τα παράλογα επεισόδια. Πρέπει αυτή τη φορά να προλάβω να βγω απ’το δωμάτιο να αντικρύσω ό,τι συμβαίνει. Το αργόσυρτο περπάτημά μου μετατράπηκε σε ανάλαφρο, μα αέναο σκοτάδι παντού. Σκοτεινή πούδρα με ανασηκώνει από το έδαφος βυθίζοντάς με σε μια γλυκιά αίσθηση ελευθερίας και με μεταφέρει στο διάδρομο. Οι νευρώνες του εγκεφάλου μου σπαρταράνε φοβισμένα. Το ταβάνι του σπιτιού ξάφνου ξεριζώνεται και εμφανίζεται ο έναστρος ουρανός με ένα μορφασμό σαρκαστικού χαμόγελου. Αναπάντεχα προσγειώνομαι στα πόδια μου τερματίζοντας βίαια το αερικό μου ταξίδι. Το νωθρό φως της νύχτας ανακουφίζει την ματωμένη μου αντίληψη. Στέκομαι πλάι στον υγρό τοίχο που μυρίζει γιασεμί και δειλά δειλά προχωράω…

Σκοντάφτω σε ράγες που έχουν φυτρώσει στο δάπεδο. Λιωμένα καθίσματα, διαμελισμένες λαμαρίνες, τσαλακωμένοι τροχοί και ενα ραγισμένο φουγάρο που σπαρταράει τραυματισμένο έχουν αντικαταστήσει τα σκονισμένα έπιπλα. Μέσα απ’τα συντρίμμια ξεπροβάλλει ένα χέρι… Σπρώχνω ραγδαία τα χαλάσματα που έχουν καταπλακώσει αυτόν τον άνθρωπο. Είναι ο ίδιος νεαρός τραυματισμένος βαριά, με μάτια ορθάνοιχτα που αντανακλούν το λυκαυγές σαν κεχριμπάρι ατόφιο που μέσα του αχνοφαίνονται ακίνητες προνύμφες… Αποσβολωμένος κρατώ στα χέρια μου το ματωμένο κεφάλι του ποτίζοντάς τον με διάφανα δάκρυα. Σπασμοί θανάτου ταράζουν  το κορμί του σαν να δραπέτευσε το πνεύμα απ’το παντοτινό κελί του. Αυτή είναι η ζωή, κάρο δίχως αναβάτη και τροχούς κυλάει σε δρόμους αδιαπέραστους και χάνεται…

 

Ντριιιιιιιιν! Το ξυπνητήρι τραβάει βίαια τον άδειο ύπνο μου. Στήλες φωτός απλώνονται απ’τις χαραμάδες του παραθύρου, έχει ξημερώσει. Άργησα πάλι στη δουλειά. Τρέχω στον νιπτήρα του μπάνιου να ξεπλύνω το πρόσωπό μου, τα μάτια μου καίνε σαν να χύθηκε λάβα μέσα τους. Ρίχνω ταραγμένα όσο περισσότερο νερό μπορώ σκυμμένος στην βρύση… Πολύχρωμα φτερά πεταλούδας σκαλώνουν στο σιφόνι… Ταραγμένος κοιτιέμαι στον καθρέφτη… Όλα φαίνονται φυσιολογικά εκτός από τη σταγόνα αίμα που κυλάει αργά απ’την πλακουτσωτή μου μύτη.

DHMHTRHS GEORGAS

WOLFALAIRE

Posted in poems | Σχολιάστε

ΜΑΧΑΙΡΙ

Ο Λιγόψυχος σαν πεινασμένος γύπας

γράπωσε το δέρμα μου και μ έσερνε στους ουρανούς..

Γιατί σε ρώτησα και ας γνώριζα..

Έσκυψα πάνω απ το φωτεινό πτώμα σου

που το ορατά διαμπερές σώμα σου πραγμάτωνε

σε όλους τα θεία σωθικά του

 

αναβλύζοντας σε τούτο τον σκοτεινό κόσμο

αρώματα λευκών κρίνων που

το νεανικό τους άνθος βουτήχτηκε σε αίμα και γραφίτη

ζωγραφίζοντας την όψη της βροχής.

 

 

 

 

Ύστερα από πυρπολημένες νύχτες

σαλπάρει το βαρύ στέρνο μου

ξεκολλώντας απ το εχθρικό σώμα μου

υψώνοντας για πανιά τα ξεσκισμένα σωθικά μου

που άλλοι σκαλίζανε για χρόνια και αυτοί  μαζί με εμένα.

 

και εγώ σερνόμενος αέναα  απ την γοητεία των στρογγυλών

και λυγερών  σχημάτων

ξάπλωσα πάνω του να ξαποστάσω

μα στην ζάλη μου απάνω αποκοιμήθηκα

και γεννήθηκα ένας άλλος.

 

 

Πολιορκείται ο νεανικός νους μου

χύνοντας καυτά ποτάμια που επιζητούν

να ξεραθούν για να μην βασανίζουν άλλο την ορμή τους..

 

Μα στιγμιαία σαν λάμψη η ψυχή μου

όποτε έφτανε στο έρεβος μεθυσμένη με ελπίδα

άφηνε πίσω της ένα δάκρυ λες και γνώριζε πάντοτε πότε διψούσα.

 

 

Οι αναπνοές μακριά  παγιδεύονται

ματώνοντας η μία την άλλη

στον λαβύρινθο με τους καθρέπτες..

βλέπει όλους εκεί τους βάζουνε ακόμα και αυτούς

που δεν τους μοιάζουν..

 

Ο Λιγόψυχος σαν πεινασμένος γύπας

γράπωσε το δέρμα μου και μ έσερνε στους ουρανούς

πετώντας πάνω από ερείπια και από ανθρώπους πεινασμένους

που σαν φύλλα κρέμονταν από σκελετωμένα δέντρα

και με ένα ξεφύσημα χανόντουσαν..

 

με κράτησε γερά με τα γαμψά νύχια του

ξεκολλώντας το σκληρό φορτίο μου

που σαν σπασμένο καβούκι φανέρωσε την κομματιασμένη θνητότητα μου. 

 

 

Βρέθηκα σε βράχια κοφτερά μαζί με τα νεκρά μικρά σου

μα μήτε χώμα μήτε φτυάρι και μήτε με χάιδεψαν ποτέ

με κατανόηση που τόσο λαχταρούσα.

 

 

Με το πυρακτωμένο μαχαίρι να πονάς

με το μολύβι να πεθαίνεις

έτσι με έζωσες την νύχτα που σαν σκιά χάθηκες

πριν αφεθώ και πάλι στο κενό

φιλώ γλυκά την ακανόνιστη μορφή σου

και εσύ με χαϊδεύεις με  μια σελίδα ζεστή και τόσο απόκοσμη..

με ένα κόκκινο λεμόνι σκουπίζεις τα δάκρυα μου

και αφανίζεσαι μέσα στις φλόγες αρπάζοντας μου το μολύβι..

 

 

DHMHTRHS GEORGAS

 

WOLFALAIRE

Posted in poems | Σχολιάστε

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ

Παλιάτσος  βόγκηξε, σαν χαλασμένο αρμόνιο

μες στις πικρές καρδιές μας,

την πόρτα μαστιγώνει την βαριά

η ματωμένη του γροθιά,

 

Μαραζωμένε βασιλιά

αρπάξαν την αγάπη,

στων ανθρώπων  το κελί,

ολημερής βασάνιζαν σαν ζώα πεινασμένα.

 

Τα δάκρυα της στράγγιξαν, ποτίσανε  το ξύλο,

ξεφύσηξε οργισμένος ο αγέρας

ο ήλιος βούτηξε σε κόκκινο ποτάμι, μα

χάθηκε βαθιά,άδειασε ο αιθέρας

η νύχτα έπεσε, τα άστρα της σβηστήκαν,

μισή σταγόνα αίμα, μιση σταγόνα δάκρυ,

ολα μαζι με το νερό πνιγήκαν

παπαρούνα που αγρυπνά, ξεροκαμμένο στάχυ

αυτός είναι ο άνθρωπος

η φύση η φυλακή του.

 

Νέκρωσε ο χρόνος, τα λεπτά ηχούν ειρωνικά

η ώρα δείχνει 12 και ξεκίνα να τραγουδά:

 

Νοone can escape from time

From now own your passions will make you blind

Come and dance with me, till the end of the song you are all going to be mine

 

Σιωπή πέφτει πάνω στο παλάτι

πυρσοί που σβήνουν

πουλιά δεν κελαηδούν

αφινιασμένα  άλογα δητηριασμένο σανό αποζητούν

 

 

-Στείλτε τους καθρεπτες!

Τεράστιοι καθρέπτες ξεκινούν την κόρη της ελπίδας

Για να βρούν!

 

Οι μέρες περνούσαν οι καθρέπτες δεν φάνηκαν ποτέ.

κάποιοι φημολόγησαν πως ραγίσαν οταν αντίκρυσαν

το μίσος

κάποιοι πως χαθήκαν στο πολυπρόσωπο δάσος…

νυχτερίδες μέσα σε κλουβιά πετούν

σπασμένα φτερά σαν των ανθρώπων τα αγαθά, που αφανισμό επιζητούν.

 

Νοone can escape from time

From now on your passions will make you blind

Come and dance with me, till the end of the song you are all going to be mine

 

Σκίστηκαν ίνες απ το σχοινί και νυχτερίδες πέταξαν τρομαγμένες μέσα στην σπηλιά

Τάφος είθε να γίνεις του τελευταίου βασιλιά. . . . . . .

 

 

 

DHMHTRHS GEORGAS

WOLFALAIRE

Posted in poems | Σχολιάστε