ΑΝΤΙΛΗΨΗ

Ουρλιαχτά εκτροχιασμένου τρένου μπερδεμένα με μητρικές κραυγές απώλειας ξεκολλάνε  τον ανονείρευτο ύπνο μου. Ξυπνάω έντρομος, πατώντας  μανιωδώς το διακόπτη της κρεβατοκάμαρας πάνω απ’το κεφαλάρι. Ποτάμια τρόμου φουσκώνουν από το τυφλό μου μέτωπο. Τα φώτα δεν ανάβουν, στο ταβάνι κόκκινα χνάρια τρεμοπαίζουν σαν πληγωμένα αστέρια στο βαθύ σκοτάδι. Η ανάσα μου τρέχει με σπασμένα φρένα στην επικίνδυνη στροφή που χάραξε το γρανάζι του φόβου. Η νύχτα σβήνει το τελευταίο της τσιγάρο στο ωχρό σώμα της ακρωτηριασμένης σελήνης και εκείνη κραυγάζει πληγωμένη. Ξάφνου πετάγομαι απ’το κρεβάτι, μα όταν έρχομαι σε επαφή με το ξύλινο πάτωμα κολλάω σαν να έπεσα σε κινούμενο βάλτο. Χτύποι ακούγονται μέσα στους τοίχους και ανήσυχα βαδίσματα. Τα γόνατά μου τρέμουν σαν να σέρνω υπερατλαντικό πλοίο στο πειρατικό λιμάνι της συνείδησης. Μυρωδιά καυτού κάρβουνου κατακλύζει τον χώρο, ασθμαίνει η ατμόσφαιρα και το σαλόνι φαίνεται πως τιμωρείται για την μισοξενία του. Ίσως να είναι κρύα φάρσα σαν εκείνη τότε…

Καθόμουν στο τραπεζάκι του μπαλκονιού και διάβαζα ποιήματα που είχε γράψει ένας γέρος λύκος για την άβυσσο. Περιπλανώμενος στο δάσος αυτοκτόνησε καθώς άκουσε απ’το δέντρο της σιωπής ψίθυρους να παίζουνε στο αυτί του… ”η άβυσσος δεν ξέρει να διαβάζει, ούτε θα μάθει και ποτέ…”. Αντάλλαζα κλεφτές ματιές με τη γιαγιά Ευγενία που μένει στο απέναντι σπίτι και έκανα πως μελετάω. Σπινθηροβόλα μάτια σφυρηλατημένα στην φωτιά που γινήκανε πολύτιμα πετράδια. Χάθηκα μέσα τους, ταξίδεψα για λίγο ώσπου… Μπαμ! Μπαμ! Πολύχρωμα πουλιά πετάξανε δένοντας σε κλωστές αιωρούμενα μαύρα τριαντάφυλλα. Τα παλιόπαιδα έσκαγαν στρακαστρούκες ισχυρές σαν νάρκες του πολέμου. Η γριά μου χαμογέλασε αμυδρά πιάνοντας την καρδιά της, θα μου εξομολογηθεί τον έρωτα φαντάστηκα που τόσο λαχταρούσα. Εκκωφαντικές σειρήνες σκίσανε την πιο γλυκιά ηρεμία. Δύο νεαροί την κάλυψαν με το άσπρο σεντόνι που κάποτε σιωπηλά σμίξανε μέσα του εραστές, αναζητώντας την ηδονή της στιγμιαίας ξενοιασιάς. Εξαφανίστηκε σαν καλοκαίρι που χαστουκίστηκε από τη θυμωμένη θάλασσα ζητώντας εξηγήσεις…

Ας είναι όνειρο μέσα σε όνειρο, πρέπει να ξυπνήσω! Χτυπάω τον εαυτό μου όπως με σμίλευε για χρόνια ο πατέρας “Πρέπει να μοιάσεις σε αυτούς! Να ξεφύγεις από δώ!” φώναζε. Εγκλωβισμένος σε τούτο το βούρκο χάνω την ισορροπία μου πέφτοντας με δύναμη στο πάτωμα. Μετά απο λίγο συνήλθα ζαλισμένος. Σιωπή έχει σκεπάσει το σπίτι. Οι τοίχοι δεν μιλάνε τώρα, δεν λένε τίποτα, λαχανιάσματα σιγής μόνο σπάνε τη μονοτονία. Τα φώτα του δωματίου μόλις άναψαν! Στο κρεβάτι μου διακρίνω ένα ομοίωμα σε ανθρώπινα μέτρα κάτω απο τις καφέ ξεθωριασμένες κουβέρτες… Διστακτικά σηκώνω τη σκουριασμένη σάρκα μου υποστηριζόμενος από το κομοδίνο και κατευθύνομαι αργά προς το κρεβάτι. Αρπάζω νωχελικά τα σκεπάσματα μην ταράξω το οτιδήποτε τρύπωσε μέσα στο ίδιο μου το στρώμα. Μελαμψά μαλλιά πυκνά, βλεφαρίδες έντονες κλειστές σαν ακτίνες μαύρου ήλιου, μύτη πλακουτσωτή  γερής κατασκευής, χείλη σε απόχρωση άγουρων κερασιών αναθυμιάζουν γυναικεία αρώματα, στέρνο πλατύ, κοιλιά πετρώδης, θαρραλέα σαν αμόνι που σκληραίνει τις αλήθειες… Μα είδα αρκετά απο αυτόν τον αξιοπρόσεκτο νεαρό… Ποιος είναι; Και πρωτίστως τι δουλειά έχει στο δικό μου κρεβάτι; Αναζητώντας ένδειξη παλμικής ζωής, σκύβω αγχωμένος στο στέρνο του, απόλυτη σιγή. Όμως μια περίεργη οικεία ζεστασιά αναβλύζει από το κορμί του. Δεν μπορεί, για να μπήκε εδώ πρέπει να ήταν ζωντανός, Χριστέ μου μήπως του έκανα εγώ κάτι; Ξαφνικά τα φώτα σβήνουν και οι συριγμοί αυτού του τρελού τρένου αρχίζουν πάλι να ουρλιάζουν ξέφρενα.

Όχι πάλι, κάποια λογική εξήγηση θα υπάρχει γι’αυτά τα παράλογα επεισόδια. Πρέπει αυτή τη φορά να προλάβω να βγω απ’το δωμάτιο να αντικρύσω ό,τι συμβαίνει. Το αργόσυρτο περπάτημά μου μετατράπηκε σε ανάλαφρο, μα αέναο σκοτάδι παντού. Σκοτεινή πούδρα με ανασηκώνει από το έδαφος βυθίζοντάς με σε μια γλυκιά αίσθηση ελευθερίας και με μεταφέρει στο διάδρομο. Οι νευρώνες του εγκεφάλου μου σπαρταράνε φοβισμένα. Το ταβάνι του σπιτιού ξάφνου ξεριζώνεται και εμφανίζεται ο έναστρος ουρανός με ένα μορφασμό σαρκαστικού χαμόγελου. Αναπάντεχα προσγειώνομαι στα πόδια μου τερματίζοντας βίαια το αερικό μου ταξίδι. Το νωθρό φως της νύχτας ανακουφίζει την ματωμένη μου αντίληψη. Στέκομαι πλάι στον υγρό τοίχο που μυρίζει γιασεμί και δειλά δειλά προχωράω…

Σκοντάφτω σε ράγες που έχουν φυτρώσει στο δάπεδο. Λιωμένα καθίσματα, διαμελισμένες λαμαρίνες, τσαλακωμένοι τροχοί και ενα ραγισμένο φουγάρο που σπαρταράει τραυματισμένο έχουν αντικαταστήσει τα σκονισμένα έπιπλα. Μέσα απ’τα συντρίμμια ξεπροβάλλει ένα χέρι… Σπρώχνω ραγδαία τα χαλάσματα που έχουν καταπλακώσει αυτόν τον άνθρωπο. Είναι ο ίδιος νεαρός τραυματισμένος βαριά, με μάτια ορθάνοιχτα που αντανακλούν το λυκαυγές σαν κεχριμπάρι ατόφιο που μέσα του αχνοφαίνονται ακίνητες προνύμφες… Αποσβολωμένος κρατώ στα χέρια μου το ματωμένο κεφάλι του ποτίζοντάς τον με διάφανα δάκρυα. Σπασμοί θανάτου ταράζουν  το κορμί του σαν να δραπέτευσε το πνεύμα απ’το παντοτινό κελί του. Αυτή είναι η ζωή, κάρο δίχως αναβάτη και τροχούς κυλάει σε δρόμους αδιαπέραστους και χάνεται…

 

Ντριιιιιιιιν! Το ξυπνητήρι τραβάει βίαια τον άδειο ύπνο μου. Στήλες φωτός απλώνονται απ’τις χαραμάδες του παραθύρου, έχει ξημερώσει. Άργησα πάλι στη δουλειά. Τρέχω στον νιπτήρα του μπάνιου να ξεπλύνω το πρόσωπό μου, τα μάτια μου καίνε σαν να χύθηκε λάβα μέσα τους. Ρίχνω ταραγμένα όσο περισσότερο νερό μπορώ σκυμμένος στην βρύση… Πολύχρωμα φτερά πεταλούδας σκαλώνουν στο σιφόνι… Ταραγμένος κοιτιέμαι στον καθρέφτη… Όλα φαίνονται φυσιολογικά εκτός από τη σταγόνα αίμα που κυλάει αργά απ’την πλακουτσωτή μου μύτη.

DHMHTRHS GEORGAS

WOLFALAIRE

Advertisements

About Δημήτρης Γεωργάς WOLFALAIRE

Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013 Τζίνος Λαμπίρης http://newgreekpoetry.blogspot.gr/2013/08/blog-post_22.html Δημήτρης Γεωργάς : Όταν το πάθος ντύνεται τις λέξεις "οι ξύστρες ξεφλουδίζουν το ουτοπικό δέρμα μου και να που αρχίζω να μου μοιάζω..." Ο Δημήτρης Γεωργάς γεννήθηκε το 1987 στην Αθήνα .Σπούδασε και ασχολείται με τον τομέα της φυσικοθεραπείας . Άρχισε να ασχολείται με την ποίηση από την ηλικία των δεκαπέντε χρόνων ,όταν ήρθε στο φως το πρώτο του ποίημα το οποίο κατέληξε άδοξα στο καλάθι των αχρήστων λίγο αργότερα .Σιγά σιγά ωστόσο έμαθε να αναπνέει το οξυγόνο της ποίησης και να δημιουργεί μικρές ζωές από λέξεις . Χάθηκε στους διαδρόμους του μυαλού του κι έβγαλε στο φως τις σκιές και τα τέρατα που κυνηγούσαν και κυνηγούν την ύπαρξή του . Λάτρης της φιλοσοφίας του Νίτσε και της λογοτεχνίας , ανατέμνει στα ποιήματά του την ανθρώπινη μοίρα και παίζει με τις συναισθηματικές ακρότητές της .Βουτάει βαθιά στο πάθος , χωρίς να φοβάται τον ενδεχόμενο πνιγμό ,και φέρνει στην επιφάνεια παράξενα χρώματα και σχήματα . Η ποίησή του παραπέμπει λογοτεχνικά στη σχολή των νεορομαντικών ,καθώς χαρακτηρίζεται από το στοιχείο του αυθορμητισμού στην αποτύπωση των εσωτερικών αναζητήσεων του δημιουργού , από τις έντονες συναισθηματικές εξάρσεις , τη ρωμαλέα έκφραση με τη συχνή χρήση της μεταφοράς και του επιθέτου και την αγάπη για το ανεξερεύνητο .Υπάρχει επίσης σε μερικά ποιήματα και μία επικολυρική χροιά που προσωπικά μου φέρνει στο μυαλό τις μπαλάντες της μεσαιωνικής εποχής ,χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ποίηση του Γεωργά αφήνει την αίσθηση του παρωχημένου . Η έκφρασή του προδίδει αληθινή αγάπη για αυτό που κάνει και προσφέρει . Δεν υπάρχει κάτι επιτηδευμένο στα ποιήματά του .Δε γράφει για να εντυπωσιάσει φραστικά αλλά περισσότερο για να ξορκίσει τα προσωπικά του φαντάσματα και να βρει μια κάποια λύτρωση μέσα από τις πυκνές συστάδες των λέξεών του .Όπως ο ίδιος ο ποιητής λέει :"Η ποίησή μου είναι αυθόρμητη , αρκετά επώδυνη και λυτρωτική για εμένα, καθώς κυρίως πηγάζει από συνειδησιακές αναζητήσεις , αποξένωση, βαριά συναισθηματική φόρτιση και την αγωνιώδη επιθυμία πραγμάτωσης του νιτσεικού οράματος εξέλιξης του ανθρώπου σε ένα ευγενέστερο είδος".Ο Δημήτρης Γεωργάς μπορεί να βρίσκεται ακόμη στο καβαφικό Πρώτο σκαλί της ποίησης , ωστόσο διακρίνω κάτι μέσα στα έργα του ,κάτι που πιστεύω ότι θα τον κάνει σύντομα πολίτη της πόλης των ιδεών . Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα logoclub.gr .Παραθέτω ένα από αυτά ,από τα χαρακτηριστικότερα της ποιητικής του .Έχει τίτλο ΧΑΟΣ. ΧΑΟΣ Από όσα γράφονται δεν αγαπώ παρά μόνο αυτό που γράφει κανείς με το αίμα του.Γράφε με το αίμα σου και θα μάθεις ότι το αίμα είναι πνεύμα ΦΡ.ΝΙΤΣΕ
This entry was posted in poems. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s