ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΙΠΠΟΤΗΣ

Τικ τακ 5παρα η ώρα της αλήθειας ξεκινά,

τοκ τοκ! η σιδερένια πόρτα μου χτυπά,

ο σκοτεινός ιππότης βγήκε παγανιά.

 

Στην πανοπλία του πάνω χαραγμένες,

μάχες άνισες, εκφάνσεις δακρυσμένες,

σταγόνες αγάπης διάσπαρτες,αλλά και ξεραμένες.

Την περικεφαλέα βγάζει αργά,

βαρύς αναστεγμός σαν αστραπή διασχίζει τον αγέρα

κόκκινος ήλιος τα μάτια του, σβήνουν σαν το ηλιοβασίλεμα

με δάκρυα που γέμισαν τον ποταμό και ξεσήκωσαν τα κύματα

 

Ρωμαίος, Ιουλιέτα, δυο κύτταρα φθαρμένα

απο το αδηφάγο εγώ, κυνηγημένα

μίσος έρωτας, δύο πανούργα αδέρφια

πρόδωσαν την μητριά τους ηθική, για 12 τάλαντα

έσπρωξαν πισώπλατα τον άτλαντα,

στης Κλυταιμνήστρας την ψυχή γέννησαν τα αυγά τους

κάθε καρδιά, κάθε μυαλό θρέφει, με αίμα τα παιδιά τους

.

Ο έρωτας ξεψύχησε σε κρεβάτια άδεια και ψυχρά,

το φάντασμά του έκτοτε

με τριαντάφυλλο στο χέρι πάνω σε σάπια σχεδία

προς το σκοτάδι ταξιδεύει,

παντοτινή μοναξιά ότι γυρεύει

βασανισμένη ψυχή

στης ηδονής την παγίδα μαγκωμένη.

 

Σε μια σπηλιά ξεβράστηκε μαραμένο τριαντάφυλλο

δύο πελαργοί βρήκαν φωλιά, δύο ράμφη ενωθήκαν

4 φτερά ένα πουλί στα αστέρια αγκαλιαστήκαν.

 

Η νύχτα χαμογέλασε κρυφά μην την εδεί

ο άνθρωπος και κλέψει την χαρά της.

ο ήλιος δεν βιάστηκε να βγεί, χάιδευε τα μαλλιά της

 

Η Κρόνια θρησκεία άνθρωπε η σταυροφορία σου

η εφήμερη ευτυχία η ουσία σου,

φόβος τύφλωσε τα μάτια σου,το αναπόφευκτο έκλεψε την καρδιά σου

δεν βγήκες ποτέ απ’την σπηλιά για να αντικρύσεις την σκιά σου.

 

Ο σκοτεινός ιππότης αφήνει το σπαθί του

Στην αγκαλιά του ποιητή, αφήνει να πέσει το κορμί του.

 

 

DHMHTRHS GEORGAS

WOLFALAIRE

Advertisements
Posted in poems | Σχολιάστε

ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ

Η νύχτα καταφύγιο της σιωπής μου

με το φεγγάρι σκουπίζει τις βαθιές πληγές μου

Η νύχτα καταφύγιο της σιωπής μου

με το φεγγάρι σκουπίζει τις βαθιές πληγές μου

σε ένα αστέρι έβαλα τα απομεινάρια της ψυχής μου

κοντά στην μαύρη θάλασσα με σπίθες να την λούζει

να της κρατάει συντροφιά όταν χαράζει και αγριέυει

να αντανακλάει στα νερά της το μικρό μυστικό μου

ξέρω πως ύστερα θα χαιδέψει τις ακτές, θα σκύψει στα βότσαλα,θα ηχήσει γλυκά

καθώς η σύσταση μας είναι ίδια

Αίμα…  Νερό…   Αλάτι

Αίμα…   Νερό…   Αλάτι

 

Ορφανό το  «γιατί»  σαν μαχαίρι  στο στέρνο

η φύση το «έτσι» που ποτέ μου δεν παίρνω,

τα «θέλω» φοβισμένα χαθήκαν,

στο δρόμο του «πρέπει» δακρυσμένα κρυφτήκαν

η συνήθεια «ζωή»  σβήνει κεριά  στο κελί μου.

δεν ελπίζω, μα αλυσίδα βαριά το κουρασμένο κορμί μου

πλοίο σπασμένο σε ράγες ο χρόνος κυλάει

κομμένα φρένα η κοινωνία στους σταθμούς  χεραιτάει

μαραζωμένο δέντρο η σκιά της φωνής μου

απ’ τη νησίδα των ονείρων με θυμό με ξυπνάει

ριζωμένη η μοίρα την δυναμή μου κρατάει.

χάθηκε η ματιά μικρού παιδιού

που ηφαίστεια γεννάει

που τους σκοτεινούς καθρέπτες των θνητών με ένα βλέμμα τους σπάει.

 

 

DHMHTRHS GEORGAS

WOLFALAIRE

Posted in poems | Σχολιάστε

ΠΑΙΔΙΚΗ ΨΥΧΗ

Παιδική ψυχή σπρώχτηκε απ το βοριά

της μητρικής αγάπης

ψηλά στην αλμυρή κορφή

που γδέρνει τις ανάσες

στο παλαιολιθικό μουχλιασμένο εκκλησάκι

του Αη Φαμίλιου.

 

 

 

Αέναη πτώση θαρρώντας πως ήταν για καλό της

εξορισμός αυθόρμητου χαχανίσματος

ερχομός τροχισμένης κακοδομημένης μάσκας.

 

 

 

Τρεμοφέγγει άρρωστος ο ήλιος

μαδημένες χρυσές ανταύγειες πνιγμένες

στο βαθύ στρώμα

της νοσηρής κοινωνικής αναγκαιότητας.

 

 

 

Τα στραβά γόνατα γαργαλούσανε κάποτε

το αθώο νερένιο χώμα

απελευθερωμένων ενοχών

λαξευμένο από την γλυκιά τότε

βάρκα του χρόνου

ιχνογραφεί φτερά

πρασινοασημένιων διάφανων πεταλούδων.

 

 

 

Θρυψαλλισμένα κοκκινόμαυρα γυαλιά

νύχια χαραγμένα στα

γενετικά γκρίζα απαθή βότσαλα

σπασμένων ερωτικών αγγείων.

 

 

 

Νευρώνες σφηνωμένοι

σε πολύχρωμα μπουκάλια

που μέσα τους τσιτσίριζαν

μεθυσμένα αετόπουλα.

 

 

 

Τα μαλλιά της δίχτυα εγκλωβισμού

ακρωτηριασμένων παιδικών χαχανητών

που σπαρταρούν με μαδημένα φτερά

στην λίθινη οχλοποίηση.

 

 

 

Τα σωθικά της σύρθηκαν

μες στη σπηλιά γκρεμισμένα απ’ το περιφρουρούμενο

κάστρο ανθρωπιάς κρυμμένα για αιώνες,

γεννούσαν τα κίτρινα αυγά τους

νεκρά ραγίζαν μέσα τους

τα βρέφη της αγάπης.

 

 

 

 

Μαύρος αφρός

με κομμάτια κατεστραμμένης ουσίας

μπουρδουκλώνεται στο νωθρό

ωχρό κύμα της φοβίας

Η θάλασσα ξερνά

αιμοσταγή φύκια

στην μοναξιά της επαναστατημένης ακτής.

 

 

 

Εκεί όπου

ένας μωρός συγγραφέας

περπατάει αργά και εξερευνητικά…

 

 

 

Σε μαύρο βράχο αντικρίζει

την σαπιοκόκκινη καρδιά της

ξύνει στις βαλβίδες της

τα πύρινα μολύβια του

που γράφουνε με εμετικό χρώμα

το ΤΕΛΟΣ.

 

 

 

DHMHTRHS GEORGAS

 

WOLFALAIRE

 

Posted in poems | Σχολιάστε

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Συγκόλληση δυαδικού κορμιού με μαύρο πολτοποιημένο ήλιο

χαμόγελα κρυμμένα πίσω από βουνά

που ουρλιάζουν  κουρασμένα

απ’το μαστίγωμα ελικοειδούς πολύχρωμης αλυσίδας

καθώς κατέφτασε ιδρωμένο το λυκαυγές της ενοχής

έβγαλε ο άνεμος την κολαστήρια πατρική μορφή του.

 

 

Ξερά σωθικά κρεμασμένα σε δασύλλιο

με λεύκες τρέμουσες που διψούν για κοκκινόχωμα

αγκαθωτοί θάμνοι που μέσα τους παγίδεψαν

ακρωτηριασμένες κούκλες, παλαιά ξεσκισμένα παπουτσάκια

και σκασμένα άψυχα τόπια.

 

 

Θρόισμα μολυβένιων πτωμάτων

ματωμένα νούφαρα ξεπηδούν

στην λίμνη των νεκρών ονείρων

δίνες αίματος στο ναυάγιο ευπαθούς πεταλούδας

με την οδοντωτή βλεννογόνο γλώσσα

 

 

κόκκινες σαρκοβόρες φυλλωσιές τρεμοπαίζουν τις ρίζες τους

στην οσμή του λευκού πουλιού με τα κυανοϊώδη αντανακλώντα μάτια

και το πρασινοκίτρινο γαμψό ράμφος

που στάζει ζωή έμψυχου έρωτα.

 

 

Σκιά πλατάνου που πάνω του χορεύουν

σαν σφήγκες οι αγχόνες γυρέυοντας δια βρόγχου

το λαχταριστό μέλι σπάνιων εγνοιών

Σκιά γνώριμη από τα βρεφικά μας χρόνια

αγγελοκρουσμένοι λυγμοί πνιγμένοι από δάκρυα

γέμιζαν τα αθώα στρώματά μας

καθώς αντικρίζαμε τον Υιό της

σωτήρια ζεστό το στέρνο της μάνας

μα δολοφονική η άγνοιά της…

 

 

Το δέντρο της σιωπής κοίτεται αγέρωχο

μα άψυχο στο χιονισμένο χώμα

με όλα αυτά αποκοιμήθηκα στον πάγο

γυμνός γεμάτος πούπουλα

ζητούσα την τροφή μου

μα ένας μεταξοσκώληκας έπεσε

αιφνίδια, απο τούτο το ξερακιανό το δέντρο

που θυμίζει σκελετωμένη φθηνή

πόζα υποκριτικής κίνησης.

 

 

Το σκουλήκι αρχίζει να γδέρνει

νωχελικά το χιόνι

παίζοντας μελωδία ξεκούρδιστου μα ηδονικού βιολιού

κόκκινο το σάλιο του με λίγες κηλίδες μαύρο χώμα

δημιουργεί ατελή ιερογλυφικά σχέδια

πάνω, κάτω, σε ίδιες γραμμές, σε ίδιο ύψος 

 

 

 

<ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΜΕ ΚΑΙ ΘΑ ΔΕΙΣ>

 

 

DHMHTRHS GEORGAS

WOLFALAIRE

Posted in poems | Σχολιάστε

ΑΠΟΚΕΦΑΛΙΣΜΕΝΟ ΑΤΙ

Αναβάτης η ζωή στο κάρο

με τους ασχεδίαστους τροχούς

συρόμενη απ’το μόλις

αποκεφαλισμένο άλογο

που τρέχει ξέφρενα

τον τελευταίο του δρόμο.

 

 

Αφινιασμένα χαλινάρια

και σύννεφα που ουρλιάζουν

καθώς σκίστηκε η μήτρα του ουρανού

και ξέρασε το παιδί του.

 

 

Το μαστίγιο ξεσπάει θυμωμένο

σηκώνοντας ραχοκόκαλα

στο βαμπιρικό στόμα του αγέρα

κόκκινα χνάρια ακαλίγωτων ελπίδων

αγκομαχούν στην άσφαλτο, θρυμματισμένα.

 

 

Σε 12 δευτερόλεπτα θα γλιστρήσει

με την λιπόσαρκη κοιλιά του

στο ξυραφένιο καντούνι

ξεβράζοντας από μέσα του

καμένα έμβρυα από παπαρούνες

που κάποτε σμίξανε με χείλη

στο χρώμα σάπιων κερασιών.

 

 

Η ευτυχία σέρνεται στα γόνατα

ομολογεί την αχρηστία της

στο εν ζωή νεκροτομείο

των λιλιπούτειων σκελετών

θάβοντας βιαστικά στο χώμα

την συσπώμενη ακόμα

εφηβική σάρκα της.

 

 

Καρδιές αστεριών εκσφενδονίζονται

στα μέτωπά μας

σαν σπασμένα γρανάζια ρολογιών

που συγκρούστηκαν μοιραία

καθως αντίκρυσαν την αναιτιότητά τους.

 

 

Τρικλίζουν οι τροχοί

καθώς βιάζονται από πέτρινα

ρυτιδιασμένα χέρια,

η ζωή πρόλαβε και χάθηκε

σε αρχέγονο καθρέφτη.

 

 

Πρόσωπα στα ερείπια εξαφανισμένα

που τόσο μοιάζουν μεταξύ τους

πτώματα σταυρωμένα

που βύθισαν αέναα την οργή τους.

 

 

Ο λύκος γράφει ποιήματα

μα η σελήνη δεν ξέρει να διαβάζει,

πνίγεται στο αναβράζον αίμα του

σκοτώνοντας τον τελευταίο του λιγμό.

 

 

Περάσανε τα δευτερόλεπτα

κύλησαν κιόλας τα λεπτά

ανοιγόκλεισαν γοργά τα βλέφαρα

μα ράγισε ο καθρέφτης…

χλιμιντρίσματα θάμπωσαν το γυαλί…

και στο βάθος για ακόμη μια φορά… γελούν σαρκαστικά

τα είδωλα του….

 

 

 

DHMHTRHS GEORGAS

WOLFALAIRE

 

Posted in poems | Σχολιάστε

Ο ΣΧΟΙΝΟΒΑΤΗΣ

Σε γυάλινη σφαίρα φυλακισμένη η ζωή

την σπρώχνω ταραγμένα

να ξεσπάσει κίνηση

να ρίξει λευκή καταιγίδα.

 

 

Γλιστράει θελημένα

απ΄ τις ματωμένες μου παλάμες

και σκάει με οργή στο μονοπάτι

που σκεπάστηκε από μαύρο πάγο..

 

 

Ξυπνούν αισθήσεις σκοτεινές

επουλώνονται βαθιές σχισμές

που δημιουργήθηκαν από αιχμηρές καρδιές

πασχίζοντας να φτάσουν το ζοφερό

μα οικείο φώς…

Όλα αυτά για να οδηγηθούμε από μιαν ανυπαρξία σε μιαν άλλη.

 

 

Σαν κοπάδι από σαρδέλες που πεινασμένα

γυρεύουν κουκκίδα μουχλιασμένου ψωμιού

λησμονώντας πως βρίσκονται μέσα στο στόμα

του πιο άγριου αρπακτικού.

 

 

Έτσι λοιπόν, αποκομμένοι όλοι απ΄ το ασκέρι

ένας, ένας, ακολουθώντας πιστά

τον σκιαγραφημένο χάρτη που μας όρισαν

ψάχνουμε την νεράιδα που

χάθηκε για πάντα στο φειδωλό δάσος

παραδόθηκαν στις φλόγες οι καρποί του

απ΄ την σπίθα που διέφυγε της αέναης έκρηξης

και άφησε πίσω της σταχτιά ομοιώματα

κάθε λογής μεγέθους.

 

 

Εγώ εδώ λοιπόν οδεύω σκυφτός

στην κεντρική πλατεία

ο ήλιος μορφάζει σαρκαστικά σήμερα

μα μια σταγόνα πέφτει στην κεφαλή μου.

 

 

Ενας σχοινοβάτης τραμπαλίζεται

ανάμεσα στον τρούλο της εκκλησίας

και στο στέγαστρο του ερειπωμένου σχολείου

πραγματοποιώντας περίτεχνα και

άκρως ριψοκύνδινα νούμερα.

 

 

Ξάφνου χτυπάνε οι καμπάνες θλιβερά

διαταράσσοντας την ισορροπία του ακροβάτη

αγγελοκρουσμένοι λυγμοί τραυματίζουν το στέρνο μου

ο σχοινοβάτης πετάει το καφέ ξεθωριασμένο καπέλο του

και μου φωνάζει ΄΄ανέβα, δεν ξέρεις τι χάνεις΄΄

 

 

Τραβάω προς το σχολείο…

Μιας και γνώριζα ένα κρυφό πέρασμα

που σκαρφαλώναμε όταν ήμασταν παιδιά

παίζοντας με τις ώρες στην ταράτσα με τα αστέρια.

 

 

Φτάνοντας δεν αντικρίζω τίποτα

μήτε σχοινί μήτε τον θαρραλέο άνθρωπο

οι καμπάνες μόνον συνεχίζουν να πλήττουν λυπημένα.

 

 

Το καπέλο γλιστράει απ΄ τα χέρια μου

κυλώντας βασανιστικά αργά στον αδιέξοδο αγέρα

 

 

Αυτή ήταν η ζωή μου πάει χάθηκε…

 

 

 

 

 

DHMHTRHS GEORGAS

WOLFALAIRE

 
 
Επεξεργασία πεδίου
 
 
 

Τίποτα δεν συμβαίνει, κανένας δεν έρχεται, κανένας δεν πηγαίνει, είναι τρομερό.

(από το «Περιμένοντας τον Γκοντό»)

ΑΠΟΚΕΦΑΛΙΣΜΕΝΟ ΑΤΙ

 

Αναβάτης η ζωή στο κάρο

με τους ασχεδίαστους τροχούς

συρόμενη απ’το μόλις

αποκεφαλισμένο άλογο

που τρέχει ξέφρενα

τον τελευταίο του δρόμο.

 

 

Αφινιασμένα χαλινάρια

και σύννεφα που ουρλιάζουν

καθώς σκίστηκε η μήτρα του ουρανού

και ξέρασε το παιδί του.

 

 

Το μαστίγιο ξεσπάει θυμωμένο

σηκώνοντας ραχοκόκαλα

στο βαμπιρικό στόμα του αγέρα

κόκκινα χνάρια ακαλίγωτων ελπίδων

αγκομαχούν στην άσφαλτο, θρυμματισμένα.

 

 

Σε 12 δευτερόλεπτα θα γλιστρήσει

με την λιπόσαρκη κοιλιά του

στο ξυραφένιο καντούνι

ξεβράζοντας από μέσα του

καμένα έμβρυα από παπαρούνες

που κάποτε σμίξανε με χείλη

στο χρώμα σάπιων κερασιών.

 

 

Η ευτυχία σέρνεται στα γόνατα

ομολογεί την αχρηστία της

στο εν ζωή νεκροτομείο

των λιλιπούτειων σκελετών

θάβοντας βιαστικά στο χώμα

την συσπώμενη ακόμα

εφηβική σάρκα της.

 

 

Καρδιές αστεριών εκσφενδονίζονται

στα μέτωπά μας

σαν σπασμένα γρανάζια ρολογιών

που συγκρούστηκαν μοιραία

καθως αντίκρυσαν την αναιτιότητά τους.

 

 

Τρικλίζουν οι τροχοί

καθώς βιάζονται από πέτρινα

ρυτιδιασμένα χέρια,

η ζωή πρόλαβε και χάθηκε

σε αρχέγονο καθρέφτη.

 

 

Πρόσωπα στα ερείπια εξαφανισμένα

που τόσο μοιάζουν μεταξύ τους

πτώματα σταυρωμένα

που βύθισαν αέναα την οργή τους.

 

 

Ο λύκος γράφει ποιήματα

μα η σελήνη δεν ξέρει να διαβάζει,

πνίγεται στο αναβράζον αίμα του

σκοτώνοντας τον τελευταίο του λιγμό.

 

 

Περάσανε τα δευτερόλεπτα

κύλησαν κιόλας τα λεπτά

ανοιγόκλεισαν γοργά τα βλέφαρα

μα ράγισε ο καθρέφτης…

χλιμιντρίσματα θάμπωσαν το γυαλί…

και στο βάθος για ακόμη μια φορά… γελούν σαρκαστικά

τα είδωλα του….

 

 

 

DHMHTRHS GEORGAS

WOLFALAIRE

 

Posted in poems | Σχολιάστε

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ

Η σκουριασμένη λάμπα τρεμοσβήνει γρήγορα

σαν άναρχο τιτίβισμα πεταλούδας

που βούλιαξε ενώ έπαιζε στο στρώμα της αράχνης

εκσφενδονισμένες άψυχες στήλες φωτός

εγκλωβίζονται αέναα μέσα στους τοίχους.

 

Η σιωπή κείτεται στην απομόνωση

καθώς πιάστηκε να δραπετεύει

όταν το λυκαυγές αποκοιμήθηκε

και γλίστρησαν απ’ το ρυτιδιασμένο χέρι

τα μπρούτζινα κλειδιά του.

 

 

Οι εναπομείνασες σταγόνες μούχλας

αυτοκτονούν αργά

πηδώντας ελεύθερα απ’ το ταβάνι

και οι νωχελικοί φύλακες του αέρα

παρατηρούνε ξαφνιασμένοι.

 

 

Η λεκάνη ψιθυρίζει ερωτικά στην κουρελιασμένη κουβέρτα

την μοναδική αναδυόμενη θαλπωρή σε τούτο το κελί

εκείνη περήφανη μα αντιδραστική

κουλουριάζεται στο βαθουλωμένο σώμα του συγκατοίκου μου.

 

 

26 χρόνια ποτέ του δεν μου μίλησε

μόνο μουτζούρωνε χαρτιά…

μέχρι που χάθηκε σε ονειρικό λαβύρινθο

ξερνώντας τον μίτο της Αριάδνης

που τόσο λαχταρούσε.

 

 

Οι αναθυμιάσεις των σηψαιμικών πτωμάτων

κυνηγούν την λάβρα της ανάσας μου

υπενθυμίζοντας την λειψή ζωτικότητα

του σκεβρωμένου μου κορμιού.

 

 

Οι φυσαρμόνικες έχουν σιγήσει

νεκρές λέξεις αντιβουίζουν

σαν μελωδία βροχής που επιθυμείς

να ακούς μετά από ώρες σιωπής.

 

 

Ο ποθητός μορφέας κρύφτηκε

στο δάσος της ημέρας

όταν η σελήνη παραφρόνησε

εξοργισμένη με την φύση της.

 

 

Έτσι ανήσυχα βαδίσματα αφορμώνται…

Τρία δεξιά, αριστερά, μπροστά και πίσω

σκορπίζοντας ξεραμένους κίτρινους φακέλους

που ξεψυχούν, αφού έχουν καιρό να ποτιστούν με δάκρυα…

 

 

Το άψυχο θρόισμά τους ξυπνάει το λυσσασμένο μου αυτί…

<< Αγόρι μου πάει πολύς καιρός που έχουμε να μάθουμε νέα σου. Σταμάτησα πια να μετράω, ξυπνάω και κοιμάμαι στο σκοτάδι, δίνοντας στην κενότητά μου το μαύρο φόρεμα που πάντα της ταιριάζει… Άκουσα στο ραδιόφωνο πως σε μια επιδρομή των εξουσιαστών, βομβαρδίστηκε η φυλακή των ελεύθερων πνευμάτων. Η μοίρα δεν μας θέλησε, πλησίαζε η ώρα που θα εξέτιες την πολυετή ποινή σου και θα σε καμαρώναμε σωστό πολίτη. Με ένα κεράκι κάθε βράδυ χάνομαι στις παιδικές φωτογραφίες σου σπρώχνοντας τον χρόνο. Μα παραδόθηκαν σε διάπυρα αλμυρά ποτάμια και αυτές μαζί με σένα. Θα σε στεναχωρώ τώρα πάλι, πάντα σε θλίβαμε όλοι δίχως να ξέρω το γιατί, ποτέ δεν μίλαγες, ούτε ζητούσες κάτι… Μόνο κάποιες άυπνες αυγές επιθυμούσες το παγωμένο χέρι μου να σκουπίζει την λάβα που έσταζε από το μέτωπό σου. Μην σε ανησυχεί τίποτα άλλο μου έλεγες, μόνο η δροσιά και η αναπνοή, που να καταλάβω τι εννοούσες. Η κλεψύδρα άδειασε, γράψε μου κάτι αν είσαι ζωντανός και αν όχι, δεν πειράζει, θα σε χαϊδεύω σύντομα μέχρι να κοιμηθείς…>>

 

 

 

 

DHMHTRHS GEORGAS

WOLFALAIRE

Posted in poems | Σχολιάστε